Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου
18.1 C
Tinos

Μεσαιωνικά Κτηματολόγια της Τήνου

ΤΗΝΙΑΚΑ ΜΙΚΡΑ, αλλά όχι πολύ… Γράφει ο π. Μάρκος Φώσκολος

Στις 17 Δεκεμβρίου 1429 η βενετική Γερουσία (Senato), που ήταν το ανώτατο νομοθετικό όργανο για λήψη αποφάσεων τόσο για το κράτος της Βενετίας όσο και για τις κτήσεις στην Ανατολή, έλαβε μια απόφαση ιδιαίτερα σημαντική για τη μετέπειτα πορεία της Τήνου.

Είχε προηγηθεί μια αποστολή αντιπροσωπείας των τηνίων, η οποία κόμιζε κάποια σημαντικά αιτήματα που απέβλεπαν στην εξασφάλιση μιας σταθερής διοίκησης και στην καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής των κατοίκων (κατάργηση δυο ετήσιων φόρων: του καπνικού φόρου -κάτι σαν το ΕΝΦΙΑ- και του θυμαϊνικού (!), ενός φόρου για τους ιδιοκτήτες αλόγων και φοράδων)

Η Γερουσία αποφάσισε να στείλει ένα διοικητή (ρέκτορα), ο οποίος αντί για 2 χρόνια θητείας που προβλεπόταν, θα έμενε στην Τήνο 3 χρόνια προκειμένου να διοργανώσει τη διοίκηση της πάνω σε καινούριες βάσεις και κατευθύνσεις. Το σκεπτικό βασιζόταν στη διαπίστωση πως οι τούρκοι προέλαυναν συνέχεια και πως η Τήνος, αν και μικρό νησί στη μέση του Αιγαίου, δεν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί από τη Βενετία, που για 3-4 δεκαετίες αρνιόταν να το ενσωματώσει στο κράτος της, παρά τις εκκλήσεις των κατοίκων, αλλά να μετατραπεί σε μια σταθερή και υπολογίσιμη βάση για τα πλοία της, τόσο τα εμπορικά, όσο και τα πολεμικά. Αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να διοργανωθεί η διοίκηση του νησιού πάνω σε νέες βάσεις, μέσω μεταρρυθμίσεων, αλλά με τη συναίνεση των κατοίκων. Πρώτιστη μέριμνα και σκοπός για τη λήψη νομοθετικών μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς της ζωής του νησιού, θα ήταν η όσο καλύτερη εξασφάλιση της άμυνας του νησιού.

Για το ίδιο αυτό θέμα, των μεταρρυθμίσεων, ακολούθησαν και άλλες αποφάσεις από την κεντρική εξουσία, ωσότου να προσδιοριστούν οι τομείς των μεταρρυθμίσεων και τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε να ληφθούν σύμφωνα και με τους όρους που Δημοκρατία είχε αποδεχτεί στους κόλπους της τα δυο νησιά της Τήνου και της Μυκόνου, κληρονομιά από την οικογένεια Γκίζι που είχε εκλείψει το έτος 1389/1390.

Μια από τις πρώτες μεταρρυθμίσεις, από τις πιο περίπλοκες, αφορούσε τον εντοπισμό των ιδιοκτησιών. Τεσσάρων ειδών ήταν οι ιδιοκτήτες: το κράτος, η Εκκλησία, οι φεουδάρχες και οι μεγάλοι ή μικροί ιδιοκτήτες γαιών. Πριν συνταχθεί το νέο Κτηματολόγιο (ονομαζόταν Κατάστιχο ή Αναγραφές των φέουδων) με βάση προηγούμενους καταλόγους και δηλώσεις των ιδιοκτητών από τους κατοίκους, το κράτος κατήργησε την τάξη των ακτημόνων γεωργών, οι οποίοι εργάζονταν στα κτήματα άλλων ιδιοκτητών (μπαντίκι) και δεν είχαν το δικαίωμα (ως πρώην σκλάβοι ή υπερχρεωμένοι γεωργοί;) να έχουν δική τους ακίνητη περιουσία. Από τότε, λίγο πριν το 1450, όλοι οι κάτοικοι των νησιών μπορούσαν να γίνουν μικροί ή μεγάλοι γαιοκτήμονες και τότε θα έπρεπε να καταβάλλουν τα τέλη και τους φόρους στο κρατικό ταμείο. Η καταβολή των φόρων προϋπόθετε ένα Κτηματολόγιο, με βάση το οποίο θα γίνονταν και οι μελλοντικές αγοροπωλησίες.

Προϋπήρχε των Βενετών ένα Κατάστιχο, αλλά αυτό δεν είχε ενημερωθεί από πολλά χρόνια και πολλά κτήματα βρίσκονταν στα χέρια ανθρώπων που δεν τους ανήκαν ή που αδιαφορούσαν για τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει οι πρόγονοί τους όταν τους παραχωρήθηκαν εκείνα τα κτήματα ή οι βοσκές ή ό,τι άλλο. Έτσι, ερχόταν η Βενετία να διεκδικήσει τις γαίες που ανήκαν πρωτύτερα στο κράτος, όχι βέβαια για να μεταφέρει τα έσοδα απ’ αυτές στην ιταλική μητρόπολη (θα ήταν αστείο και να το σκεφτεί κάποιος…), αλλά για να μπορέσει να διεκδικήσει από τις ενοικιάσεις ή από τις δωρεές κάποια ποσά που θα χρησίμευαν για να πληρωθούν οι μισθοί του διοικητή ρέκτορα, κάποιων δημόσιων υπαλλήλων και, ενδεχομένως, κάποιου μισθοφόρου. Η Βενετία δεν κρατικοποίησε κάτι που δεν ήταν κρατικοποιημένο από πιο πριν. Είναι απολύτως βέβαιο πως τα κρατικά κτήματα πρωτύτερα ανήκαν στους Γκίζι και πριν απ’ αυτούς στο Βυζαντινό κράτος.

Ποια ήταν αυτά τα κρατικά κτήματα; Είναι βέβαιο πως δεν επρόκειτο για περιοχές που μπορούσαν να καλλιεργηθούν, αλλά ήταν κυρίως βοσκοτόπια, όπως το όρος Τσικνιάς και τα βουνά της Οξωμεριάς. Είναι σχετικά εύκολο σήμερα να τα διακρίνουμε: δεν έχουν όρια, είναι σχετικά άγονα εδάφη, δεν χωρίζονται από ξερολιθιές ούτε και διαθέτουν αναβαθμίδες. Τα περισσότερα απ’ αυτά, μετά το 1821, η ιδιοκτησία τους πέρασε στους δήμους του νησιού ή καταπατήθηκαν από ιδιώτες. Ούτε η οθωμανική αυτοκρατορία ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά, ούτε και η χωραΐτικη οικονομική αριστοκρατία της τουρκοκρατίας. Κάποιοι που τα εκμεταλλεύονταν με κάποιο κοπάδι, ως βοσκότοπο, αφού κανένας δεν τους ζήτησε λογαριασμό, τα ιδιοποιήθηκαν με τον καιρό, με τη δικαιολογία της χρησικτησίας…

Μετά έρχονταν τα φέουδα. Και τα φέουδα ήταν κρατικές γαίες, αλλά η εκάστοτε εξουσία (βυζαντινή, Γκίζι, Βενετία) τα χορηγούσε σε κάποιον, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει στρατιωτική υπηρεσία σε καιρό πολέμου ή εισβολής, να συντηρεί οπλισμό και να θέτει τον εαυτό του ή κάποια μέλη της οικογένειάς του στις διαταγές του διοικητή σε κρίσιμες περιστάσεις. Τα κτήματα αυτά συνήθως ήταν πολύ καλά χωράφια, καλλιεργήσιμα και σε καλές περιοχές. Οι φεουδάρχες τα χρησιμοποιούσαν όπως ήθελαν, σαν να ήταν δικά τους, τα κληρονομούσαν στα παιδιά τους, αλλά δε μπορούσαν ούτε να τα τεμαχίσουν, ούτε και να τα πουλήσουν. Ο αριθμός αυτών των κτημάτων (μερικά μεγάλα, τα περισσότερα μεσαίου μεγέθους, αλλά και μικρά χωραφάκια ή κήποι) κυμαινόταν από 69 ως 71. Τόσοι ήταν και οι φεουδάρχες, που μπορούσε να προέρχονται και από την ίδια οικογένεια. Συνήθως οι φεουδάρχες ήταν μεσαίοι και μεγάλοι γαιοκτήμονες, αλλά όχι από τα φέουδά τους, αλλά κυρίως από τις οικογενειακές τους ιδιοκτησίες. Φεουδάρχες ήταν και εκείνοι που έδωσαν τα οικογενειακά τους επώνυμα στους οικισμούς καθώς και στα πολυάριθμα τοπωνύμια του νησιού. Πάντως δεν πάει να πει πως όταν ένα τοπωνύμιο φέρει το όνομα μιας οικογένειας, η γεωργική περιοχή ή το συγκεκριμένο χωράφι ήταν φέουδο. Όταν η οικογένεια του φεουδάρχη εξέλειπε ή δεν τηρούσε τους κανόνες του φεουδαρχισμού της εποχής του ή τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, μπορούσε να χάσει το φέουδό της και η βενετική Γερουσία, ή οι Γκίζι πρωτύτερα, χορηγούσαν το φέουδο σε κάποιον άλλο. Στα μισά του 15ου αιώνα έγιναν πολλές τέτοιες αφαιρέσεις φέουδων και χορηγίες σε άλλους…

Οι εκκλησίες, με πρώτη την επισκοπή, διέθεταν ακίνητη περιουσία, που δεν προερχόταν από δωρεά ή παραχώρηση της όποιας κρατικής εξουσίας, παρά σπανίως. Γνωρίζουμε μόνο μια περίπτωση, όταν ο επίσκοπος, που κατοικούσε στη σημερινή  Ξινάρα, ζήτησε να αποκτήσει ένα σπίτι (στην ουσία ένα δωμάτιο…) μέσα στο Κάστρο, για να διευκολύνεται στις μεγάλες εορτές και να τελεί κάποιες τελετές στον καθεδρικό ναό του Κάστρου. Τότε έγινε χαμός: δίκες επί δικών που κράτησαν περίπου 50 χρόνια…

Οι ιδιοκτησίες των άλλων εκκλησιών και εξωκλησιών δεν αποτελούσαν φέουδα, αν και ήταν απαλλαγμένες από την φορολογία. Οι Οθωμανοί, αν και δεν φορολογούσαν τα βακούφια, τις εκκλησιαστικές περιουσίες τις διαχώριζαν και άλλες φορολογούσαν και άλλες όχι. Είναι ένα θέμα προς διερεύνηση πάντως… Η εκκλησιαστική περιουσία και αυτή της επισκοπής που χαρακτηριζόταν ως «εκκλησιαστικό φέουδο», στην πραγματικότητα δεν ήταν φέουδο με τη στενή έννοια, επειδή δεν προερχόταν από χορηγία του βενετικού κράτους, αλλά ήταν η ίδια από αιώνες, προορισμένη για τη συντήρηση του επισκόπου και του καθεδρικού ναού, από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια. Πάντως χαρακτηριζόταν ως «φέουδο» για να βρίσκεται κάτω από την κρατική προστασία και να μην διαρπάζεται από τους εκάστοτε καλλιεργητές, όπως συνέβη κάποιες φορές, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Μετά έρχονταν οι προσωπικές ή οικογενειακές ιδιοκτησίες, που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης της Τήνου. Κανένα ακίνητο δε μπορούσε να θεωρηθεί ιδιοκτησία ενός προσώπου ή μιας οικογένειας, αν αυτό δεν προέκυπτε από έγγραφο που να είχε συντάξει αναγνωρισμένος επίσημα από το βενετικό κράτος συμβολαιογράφος (νοτάριοι). Στους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας, στην Τήνο βρίσκονταν 5-6 νοτάριοι, κάποιοι απ’ αυτούς διατηρούσαν και πρωτότυπα παλαιά έγγραφα και κώδικες που δυστυχώς καταστράφηκαν ολοσχερώς από τη αμέλεια των κληρονόμων τους, από την υγρασία και τον χρόνο. Μερικές φορές το βενετικό κράτος διέθεσε χρήματα προκειμένου να δημιουργηθούν αντίγραφα, αλλά δεν έγινε τίποτε. Φαντάζεται κάποιος τι πολύτιμο και μοναδικό ιστορικό υλικό θα υπήρχε για τον τόπο μας, αν σώζονταν έστω και ένας απ’ αυτούς τους κώδικες…. Η ριζική καταστροφή, βέβαια, επήλθε στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όταν ξαφνικά σταμάτησε κάθε κρατικός έλεγχος, οι φεουδάρχες δήλωσαν πως τα φέουδα ήταν ιδιοκτησίες τους, άρχισαν να συντάσσονται ιδιωτικά συμβόλαια και τα ενοριακά γραφεία και τα παπαδικά εκτελούσαν και χρέη συμβολαιογραφείων και υποθηκοφυλακείων. Η συχνή ανευθυνότητα επιτρόπων και εφημερίων κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος της νοταριακής παραγωγής του 18ου αιώνα. Όμως διασώθηκαν και αρκετά προκειμένου να έχουμε μια αρκετά ακριβή εικόνα.

Θα συνεχίσουμε και θα ολοκληρώσουμε το θέμα των Κτηματολογίων στην επόμενη δόση.

Τήνος 1420: Ένα Απέραντο Ιπποτροφείο

Γράφει ο π. Μάρκος Γ. Φώσκολος Ο πρώτος περιηγητής που επισκέφτηκε...

Tinos Talks : Επεισόδιο #19

Ο πατέρας Μάρκος Φώσκολος είναι καθολικός Ιερέας με καταγωγή...

1286: Πόλεμος Τήνου – Σύρου για ένα γάιδαρο;

Γράφει ο π. Μάρκος Γ. Φώσκολος. Οι Βενετοί έμποροι...

Τα αγροτικά κτίσματα της Τήνου

Γράφει ο π. Μάρκος Γ. Φώσκολος. Πριν από λίγες εβδομάδες πραγματοποιήθηκε...