Από τη μία πλευρά η Αθήνα, η πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, οι καλές σπουδές, μια «στρωμένη» καριέρα. Και από την άλλη το «οξυγόνο» που αναζητούσε συνεχώς για να μπορέσει να αντέξει την ωμότητα της αστικής πραγματικότητας: ντοπιολαλιά, τηνιακά φαγητά, τήρηση εθίμων, επίσκεψη συγγενών από το νησί, ντόπια προϊόντα κ.ά.
Ώσπου μια περιπέτεια υγείας τον ώθησε να σκεφτεί πως «είναι τρομερά απογοητευτικό στο μικρό χρονικό διάστημα που ζούμε να μην κάνουμε αυτό με το οποίο αγαλιάζει η ψυχή μας» και μετακόμισε στο χωριό της μητέρας του, τη Στενή. Ένα ορεινό χωριό, ολοζώντανο, με ενεργή κοινότητα όλες τις εποχές του χρόνου.
Ακολουθεί η ιστορία του Μάρκου με τα δικά του λόγια.
«Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στη Γούβα, μια πολύ γλυκιά γειτονιά του Παγκρατίου, μέσα σε ένα περιβάλλον με πολλή αγάπη. Αποφοίτησα από το Ιστορικό-Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκα ως εκπαιδευτικός στη Λεόντειο Σχολή Νέας Σμύρνης, ένα από τα μεγαλύτερα σχολεία της χώρας, επί 13 συναπτά έτη.
Αρχικά να σου πω ότι η Στενή είναι ο τόπος καταγωγής της μητέρας μου. Το άλλο μου χωριό, η Ποταμιά, παίζει κι αυτό πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, ωστόσο η Στενή ήταν το θέατρο των παιδικών μου αναμνήσεων, μια κυψέλη λατρεμένων ανθρώπων, παραδόσεων, εικόνων και μυρωδιών, η οποία διαμόρφωσε εν τέλει το είναι μου.
«Κατάφερα να επανεφεύρω τον εαυτό μου μέσα από την απόλυτη δέσμευση και την προσφορά στο νησί μου. Όταν αγαπάς κάποιον ή κάτι, είσαι υποχρεωμένος να θυσιάσεις. Η δικιά μου η θυσία ήταν το “βόλεμα” και το χρηματικό πλεόνασμα που θα αποκτούσα, τίποτα το όντως σημαντικό δηλαδή».
Όταν πήρα την απόφαση, νομίζω ότι οι φίλοι μου χάρηκαν, διότι γνωρίζουν από πρώτο χέρι την ανιδιοτελή αγάπη και το δέσιμο που έχω όχι μόνο με τους τόπους καταγωγής μου αλλά και ολόκληρο το νησί. Ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα, μετά από ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας που με έφερε στο κατώφλι του θανάτου και με έκανε να βλέπω πολύ διαφορετικά το αγαθό της ζωής.
Δεν έφυγα από την Αθήνα γιατί η ζωή μου δεν ήταν όμορφη. Έφυγα γιατί δεν μπορούσα μακριά από το νησί. Νομίζω ότι αυτό που εξέπληξε τους πάντες είναι ότι παράτησα μια στρωμένη ζωή και καριέρα για να κυνηγήσω το όνειρό μου.
Πάντα θαύμαζα και θαυμάζω τους ανθρώπους που τολμούν να ζήσουν σε άγνωστους για εκείνους προορισμούς. Εγώ στο χωριό μου πήγα. Δεν έκανα και κάποιον άθλο! Η μετάβαση, λοιπόν, ήρθε αβίαστα, διότι όλη μου η σκέψη, καθώς περνούσαν τα χρόνια στην Αθήνα, ήταν στο νησί. Ακόμη και στο σπίτι μας στην Αθήνα, με τους γονείς και τους συγγενείς μου, γλύκαινε η ωμότητα της αστικής πραγματικότητας που καταβαραθρώνει σε ένα μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη πλευρά ενός κατοίκου μιας μεγαλούπολης. Ντοπιολαλιά, τηνιακά φαγητά, τήρηση εθίμων, επίσκεψη συγγενών από το νησί, ντόπια προϊόντα του χωριού που μοσχομύριζαν κάθε φορά που άνοιγαν οι τσάντες. Νέκταρ και αμβροσία ώστε να τα απολαμβάνεις σε ένα χρυσό κλουβί περιμένοντας την πρώτη ευκαιρία για τη Ραφήνα. Ευγνώμων, αν μη τι άλλο, και καθόλου παραπονούμενος!
Στην Τήνο είμαι γραμματέας του Αποστολικού Κέντρου “Πίστη και Πολιτισμός” της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου – Τήνου, στο χωριό Ξινάρα, στο κέντρο του νησιού. Εκεί βρίσκεται το πιο πλούσιο και εμπεριστατωμένο ιστορικό αρχείο για το νησί, μια βιβλιοθήκη 8.000 τίτλων ιστορικού, φιλοσοφικού, μουσικού και θεολογικού ενδιαφέροντος από τον 16ο αιώνα και μετά.
Επίσης, με το project “Soul of Tinos” εκπαιδεύω τους ανθρώπους για την Τήνο. Πραγματοποιώ λαογραφικές περιηγήσεις, αναβιώνουμε έθιμα και οργανώνω διάφορες εκδηλώσεις με γνώμονα την πραγματική ταυτότητα, την ιστορία, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους του νησιού. Τέλος, είμαι πάρα πολύ κοντά στην εκπαιδευτική κοινότητα, καθώς εθελοντικά, μαζί με συναδέλφους, πραγματοποιώ δράσεις για τα παιδιά, ώστε να γνωρίσουν τον τόπο καταγωγής τους και τις ρίζες τους.
Θα μπορούσα να σου μιλάω ώρες για τη Στενή, το πιο ζωντανό και πολυπληθές χωριό του νησιού. Βρίσκεται 12 χιλιόμετρα από τη Χώρα, στην ανατολική ορεινή Τήνο. Έχει χαμηλό μέσο όρο ηλικίας και πολύ ενεργή κοινότητα όλες τις εποχές του χρόνου. Είναι μεικτό χωριό αναφορικά με το δόγμα, με τις δύο κοινότητες να ζουν αρμονικά εδώ και πάμπολλα χρόνια. Οι νέες οικογένειες δεν μετοικούν στη Χώρα, με αποτέλεσμα το χωριό να είναι γεμάτο παιδιά που του δίνουν μοναδική ενέργεια. Οι νεότεροι μαθαίνουν από τους παλαιότερους να αγαπούν το χωριό, να το φροντίζουν – εδώ έχουμε, όπως σε όλη την Τήνο, τις λεγόμενες «αγγαρείες», εθελοντικές δράσεις φροντίδας του εκάστοτε χωριού και των ναών του που χρονολογούνται από αρχαιοτάτων χρόνων. Υπάρχουν παιδιά που, ω του θαύματος, παίζουν ακόμη στην πλατεία και στον δρόμο!
