Ομιλία στην εκδήλωση «Υπερτουρισμός» (Καρδιανή Τήνου, 9/8/2025)
Παναγιώτης Κ. Ιωάννου (Ιστορικός τέχνης, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης)
«Τουρίστας»: στην ίδια λέξη, πλέον, συμπεριλαμβάνονται, συνεκδοχικά και καταχρηστικά, πολύ διαφορετικές έννοιες. Από εκείνη του περιηγητή και ταξιδευτή, όχι σπάνια μοναχικού, ίσως και αγοραφοβικού, μέχρι εκείνη των τουριστικών ορδών χιλιάδων ατόμων που στοιβάζονται, μέχρι ασφυξίας, στα τεράστια κρουαζιερόπλοια με την απειλητική όψη, στους δρόμους, στις πλατείες και στα «αξιοθέατα» πόλεων και χωριών.
Στην αφίσα της εκδήλωσής μας συνυπάρχουν οι λέξεις «τουρισμός» και «υπερτουρισμός» (όπως και «τουριστική ανάπτυξη»). Ήδη εδώ ανακύπτει ένα θέμα, για μια συζήτηση στην οποία μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει για το δόκιμο ή όχι της, κατά περίπτωση, χρήσης της μιας ή της άλλης λέξης (και οι οποίες κάθε άλλο παρά χρησιμοποιούνται ουδέτερα ή αντικειμενικά). Πρόκειται για μια μεγάλη, ανοιχτή συζήτηση, αλλά εν πολλοίς έωλη, αν όχι αποπροσανατολιστική, καθώς το ζήτημα που μας απασχολεί ξεπερνάει κατά πολύ λέξεις, όρους και ορισμούς. Το ουσιαστικό, κατά την άποψή μου, συνίσταται στο γεγονός ότι βρισκόμαστε μέσα στις συνθήκες που προέρχονται από το φαινόμενο του «υπερτουρισμού» και βιώνουμε, περισσότερο ή λιγότερο, τις συνέπειές του, είτε το θέλουμε είτε όχι. Έτσι, δεν τίθεται καν θέμα να τοποθετηθεί κανείς υπέρ ή κατά, σαν να επρόκειτο περί μιας ψηφοφορίας ή έκφρασης γνώμης.
Δίχως να είμαι καθόλου ειδικός στα πράγματα του τουρισμού, ούτε βέβαια του υπερτουρισμού, θα μείνω σε λίγες σκέψεις με την «ειδικότητα» του ιστορικού της τέχνης που έρχεται σε επαφή όχι μόνον με βιβλιοθήκες, αρχεία, σπουδαστήρια, αμφιθέατρα κλπ. αλλά με τα έργα, τους ανθρώπους και τους τόπους τους, που προσεγγίζει τον υλικό πολιτισμό και που, εκ των πραγμάτων, αντιμετωπίζει σε διάφορα επίπεδα το ζήτημα του (υπερ)τουρισμού. Δεν είναι μόνον οι δυσάρεστες εμπειρίες της εξοντωτικής αναμονής στις ουρές των μουσείων και των άλλων συναφών χώρων, του αλλοπρόσαλλου πλήθους των τουριστών που, επί τροχάδην, καταναλώνουν όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες –και αυτό έμμεσα: αφενός μέσω της οθόνης του κινητού, αφετέρου κατόπιν των υποδείξεων που έχουν προετοιμαστεί για αυτή την κατανάλωση (π.χ. τα highlights)– ούτε η ευκαιριακότητα πολυδιαφημισμένων εκθεσιακών διοργανώσεων, πολλές από τις οποίες, απευθυνόμενες πλέον σχεδόν αποκλειστικά στις τουριστικές μάζες, εκτός του ότι πραγματοποιούνται επί το πλείστον σε τουριστικές σεζόν, στερούνται όχι μόνον μιας κάποιας έρευνας αλλά, καθόλου σπάνια, και του ίδιου του περιεχομένου — καθώς υποκαθίσταται από την τεχνολογική ή/και την εικονική πραγματικότητα. Το πλέον ουσιώδες ζήτημα είναι η εμπλοκή ή, καλύτερα, η άρρηκτη σύνδεση του πολιτισμού, ακριβέστερα αυτού που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε πολιτιστική κληρονομιά και, εσχάτως, πολιτιστικό προϊόν, με τον υπερτουρισμό. Γιατί αυτό που ακούμε συχνά να προσδιορίζεται ως «πολιτιστική βιομηχανία» βασίζεται στο ότι οικονομία και πολιτισμός εμπλέκονται σε μια διαδικασία αμοιβαίας απορρόφησης: με άλλα λόγια, η οικονομία του τουρισμού βασίζεται στην πολιτιστική παραγωγή – πρόκειται για μια πασίγνωστη, βασική αρχή του τουρισμού.
Η παραπάνω παραδοχή αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της μικρής μελέτης που δημοσίευσε πριν λίγα χρόνια στην Ιταλία η ανεξάρτητη ερευνήτρια Sarah Gainsforth, με τον τίτλο Oltre il turismo. Esiste un turismo sostenibile? (Πέρα από τον τουρισμό. Είναι δυνατός ένας βιώσιμος τουρισμός;) και που μόλις πριν λίγες ημέρες εκδόθηκε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Νεφέλη. Ένα μικρό βιβλίο, που διαθέτει όλες τις αρετές αυτού του είδους: ευσύνοπτο, καρπός ενδελεχούς έρευνας, με απλή γλώσσα που απευθύνεται σε όλους, που αναδεικνύει τις πολλές πτυχές ενός σύνθετου φαινομένου, παρεμβαίνοντας με ουσιαστικό τρόπο σε μια εν εξελίξει συζήτηση (γιατί το φαινόμενο του υπερτουρισμού είναι πρόσφατο, σε αντίθεση με τον τουρισμό που έχει μια ιστορία αιώνων).
Πράγματι, στην εν λόγω έκδοση αναδεικνύονται επιμέρους ζητήματα, τα οποία θα συνοψίζαμε τηλεγραφικά στα εξής: Τι ορίζουμε ως υπερτουρισμό και ποιοι παράγοντες ευνόησαν την ανάπτυξή του. Πώς εξαπλώθηκε και ποια είναι η δυναμική αυτού του φαινομένου, ποιες οι πρακτικές του και ποια η ιδεολογία που βρίσκεται πίσω από αυτές. Ποιος οικονομικός μετασχηματισμός, που αγγίζει τους πάντες, συντελείται με τον υπερτουρισμό, καθώς η παραγωγή ολόκληρων περιοχών και ολόκληροι επαγγελματικοί κλάδοι καταργούνται και αντικαθίστανται πρώτα από υπηρεσίες και ακολούθως από ψηφιακές πλατφόρμες. Τι αποτελεί επάγγελμα στον υπερτουρισμό και τι πραγματική «μπίζνα». Πως και γιατί αναδεικνύονται τουριστικοί πόλοι έλξης και τι αποκλείεται από το τουριστικό «βλέμμα». Πως γίνεται η αναδιανομή του πλούτου και για ποιους. Ποιος είναι ο ρόλος των κεντρικών κρατικών φορέων και των κατά τόπους διοικήσεων, μέσα κυρίως από τη διαδικασία έκδοσης και εφαρμογής νόμων και κανονιστικών διατάξεων. Η «μονοκαλλιέργεια» του τουρισμού και οι κίνδυνοι που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Τέλος, μπορεί πραγματικά να υπάρξει «βιώσιμος» τουρισμός με τις παρούσες συνθήκες, όταν δηλαδή συνεχίζεται και εντατικοποιείται η εκμετάλλευση των ήδη περιορισμένων και εξαντλημένων πόρων;
Συνοψίζοντας ακόμα περισσότερο, ο πυρήνας του προβλήματος έγκειται στον πλούτο και στο κόστος του (υπερ)τουρισμού. Με όσο το δυνατό απλούστερα λόγια: Για ποιον ακριβώς παράγεται πλούτος; Με ποιους όρους δημιουργούνται θέσεις εργασίας και σε ποιες συνθήκες λειτουργούν; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, δηλαδή των εδαφών, όταν τα πάντα γίνονται πλέον οικοδομήσιμα; Τι συνεπάγεται η εμπορευματοποίηση των πόλεων, των χωρών, των εδαφών;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιοι κερδίζουν και (όλο και λιγότεροι) θα συνεχίζουν να κερδίζουν. Όπως και ότι όλο και περισσότεροι θα εκδιώκονται από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους ή θα χάνουν την εργασία τους. Οι ίδιες οι πόλεις και τα χωριά φτωχοποιούνται, την ίδια στιγμή που όλα γίνονται ακριβότερα. Ο κοινωνικός ιστός, αστικός ή μη, διαρρηγνύεται. Δεν είναι μακριά η κυνική αδιαφορία για την ίδια τη ζωή (μας).
