Ταξιδεύουμε σε ένα από τα πιο παρεξηγημένα νησιά των Κυκλάδων και προσπαθούμε πριν απ’ όλα να το κατανοήσουμε. Γιατί πώς αλλιώς μπορείς να γνωρίσεις σε βάθος την Τήνο, αν δεν την καταλάβεις; Να παρατηρήσεις τη ζωή και την κίνηση της Χώρας (και της Μεγαλόχαρης) κι ύστερα να αφήσεις τη θάλασσα και να αναζητήσεις το θαύμα της ενδοχώρας. Ένα από τα ωραιότερα αγροτικά τοπία του τόπου μας, έναν τόπο όπου άνθισαν οι τέχνες και γεννήθηκαν ορισμένες από τις πιο άξιες καλλιτεχνικές ψυχές.
Η Τήνος είναι από τους πρώτους τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας –εντάξει, βασικά για θρησκευτικούς λόγους– και συγχρόνως ένα από τα νησιά όπου πολλές και πολλοί εξ ημών τα προηγούμενα πολλά χρόνια δεν πηγαίναμε, ακριβώς γι’ αυτό. Επειδή δεν είχαμε λόγο. Ύστερα ήρθαν οι χίψτερ και τα περιοδικά –όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά– και ανακάλυψαν τα χωριά της.
Κάπως έτσι, σήμερα μιλάμε για ένα από τα κυκλαδονήσια που σημειώνουν πληρότητες και καταγράφουν αριθμούς τέτοιους, ώστε στα δημοφιλή μαγαζιά τον Αύγουστο χρειάζεται να κάνεις κράτηση για ένα πρωινό ή δείπνο. Τουριστική ανάπτυξη γαρ, θα γράψω και θα σταματήσω τη συζήτηση εδώ.
Σε προσωπικό επίπεδο, η μόνη επαφή μου με την Τήνο ήταν μια ολιγόωρη παραμονή στη Χώρα και στην Παναγία πριν από πολλά χρόνια, καλύπτοντας ένα ρεπορτάζ που περιλάμβανε την επίσκεψη σε διαφορετικά νησιωτικά προσκυνήματα, ακολουθώντας τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο – για τόσο παλιά μιλάμε! Από εκεί και πέρα, όσα διάβαζα και έβλεπα σε ρεπορτάζ και social media.

Mέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, που βρέθηκα στο νησί –και πάλι για θέμα– έχοντας αυτή τη φορά την ευκαιρία να περιεργαστώ λίγο περισσότερο το «φαινόμενο» της Χώρας και της Παναγίας, αλλά πολύ περισσότερο να πάω παραμέσα και να ζήσω για λίγο τη μαγεία της τηνιακής ενδοχώρας: το αγροτικό τοπίο, τα χωριά, τα μονοπάτια, την ατμόσφαιρά της.

Η Τήνος είναι μαγική και δεν έχω κλείσει ακόμα τους λογαριασμούς μου μαζί της. Γι’ αυτό και σε ετούτο εδώ το θέμα θα προσπαθήσω περισσότερο να την αφουγκραστώ, αφήνοντας για μια επόμενη φορά το αμιγώς ταξιδιωτικό αφιέρωμα. «Η Παναγιά έσωσε την Τήνο», μου είπε η καλή φίλη που με φιλοξένησε για να συμπληρώσει ότι «την έσωσε (σ.σ. την ενδοχώρα) από τον τουρισμό». Το αμείλικτο ερώτημα που ακολουθεί είναι: Για πόσο ακόμα; Και πάλι σταματάω τη συζήτηση εδώ.
Μια Χώρα όπου συνυπάρχουν όλα
Φέτος στην Τήνο γιορτάζουν τα διακόσια χρόνια από την εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας και τη θεμελίωση του Ιερού Ναού της Παναγίας Ευαγγελίστριας, που έμελλε να γίνει το σημαντικότερο θρησκευτικό προσκύνημα της χώρας.

Κατά μία έννοια, λοιπόν, φέτος γιορτάζουν τα διακόσια χρόνια από την εγκαθίδρυση του θρησκευτικού τουρισμού στο νησί. Παρόλο που πολλά ιστορικά μπορούν να ειπωθούν περί αυτού (και καλώς), το κομμάτι της πίστης (της όποιας πίστης) είναι κάτι που δεν αφορά κανέναν άλλον πέρα από αυτόν που τη βιώνει όπως τη βιώνει. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα, όταν φτάνοντας στο νησί, καθώς ανέβαινα τον ανηφορικό δρόμο προς την Παναγία, βρήκα μπροστά μου μια νέα γυναίκα να κάνει αυτήν την πορεία με πόνο, με δάκρυα, με σπαραγμό. Απομακρύνθηκα σιωπηλά, κατέβασα την κάμερά μου, παραμέρισα την ταξιδιωτική μου περιέργεια και την άφησα να ανέβει τον «Γολγοθά» της με την ησυχία της. Δεν έχω άλλη πληροφορία, αλλά ένιωσα ότι αυτή η νέα γυναίκα ανέβαινε έναν «Γολγοθά».

Κι έπειτα έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο της ανθρωπολόγου Jill Dubisch (1943-2023), Το θρησκευτικό προσκύνημα στη σύγχρονη Ελλάδα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια), και διάβασα πώς αναπτύσσεται η ιδέα του προσκυνήματος, να ταξιδεύει κανείς μακριά από τον τόπο του αναζητώντας το θαυματουργό. Και κάπως έτσι άρχισα να παρατηρώ όλες και όλους τους σύγχρονους προσκυνητές που συνάντησα στον δρόμο με δεύτερες σκέψεις και μια συγκατάβαση. Και αυτή είναι άλλη μια συζήτηση που μπορεί να μείνει εδώ (προς το παρόν).

Γιατί, κατά τ’ άλλα, εκτός από το προσκύνημα αυτό καθαυτό, όλα τα υπόλοιπα που συμβαίνουν στη Χώρα της Τήνου πέριξ του προσκυνήματος επαναφέρουν τη σκέψη στον απόλυτο ορθολογισμό, καθώς είναι την ίδια στιγμή ένα τεράστιο αλισβερίσι μεταξύ εμπόρων και πιστών, εκκλησιαστικών και μη παραγόντων: «ακοίμητα» κεριά και λαμπάδες, κομποσκοίνια, εικόνες, λιβάνια και πάσης φύσεως φυλαχτά, αλλά και μπουκαλάκια για τον αγιασμό σε όλα τα μεγέθη παρατίθενται σε τουλάχιστον δύο μεγάλους δρόμους του νησιού σε διάφορες τιμές, σχέδια και χρώματα.

Κι ύστερα, φεύγεις από εκεί και στους διπλανούς δρόμους σε βρίσκει η άλλη όψη της τουριστικής ανάπτυξης του νησιού. Η σύγχρονη. Της τελευταίας δεκαετίας. Αφήνεις τα κομποσκοίνια και τις ψησταριές όπου τρώνε οι γιαγιάδες μετά την εκκλησία και πριν το πλοίο της επιστροφής, δηλαδή, και αρχίζεις μέσα σε ένα λεπτό να περιφέρεσαι ανάμεσα σε ωραία δερμάτινα σανδάλια, χρωματιστά παρεό και καφτάνια, μοντέρνα κεραμικά, καφέδες τέταρτης γενιάς, κοκτεϊλάδικα περιωπής και όλα τα ωραία που βρίσκεις πλέον στο κέντρο της Αθήνας και στις Κυκλάδες χωρίς απαραιτήτως να ξεχωρίζεις αν είναι εδώ ή εκεί. Εννοείται πως ορισμένες προσπάθειες είναι αληθινά καλές και γουστόζικες και εννοείται πως υπάρχουν ταβέρνες και εστιατόρια που κάνουν σοβαρή και ποιοτική δουλειά και εννοείται πως ο κόσμος πρέπει να δουλεύει, αλλά η σκέψη και το μέτρο δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν, οπότε δώστε μας ένα συγχωροχάρτι (το σηκώνει και το θέμα) αν δεν είναι πολύ αρεστά τα παραπάνω σχόλια.
